Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βυσσός βυσσώ βυσσοί
Γενική βυσσοῦ βυσσοῖν βυσσῶν
Δοτική βυσσ βυσσοῖν βυσσοῖς
Αιτιατική βυσσόν βυσσώ βυσσούς
Κλητική βυσσέ βυσσώ βυσσοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βυσσός < ποιητικός τύπος του βυθός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βυσσός

  1. ιωνικός τύπος του βάθος
  2. βυθός
  3. ο πυθμένας της θάλασσας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία