Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βούδι τα βούδια
      γενική του βουδιού των βουδιών
    αιτιατική το βούδι τα βούδια
     κλητική βούδι βούδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βούδι < βόδι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βούδι ουδέτερο, πληθυντικός βούδια

  1. το βόδι
  2. (μεταφορικά): ο αγενής, ο ανόητος, ο βλάκας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία