Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαρομετρικό χαμηλό τα βαρομετρικά χαμηλά
      γενική του βαρομετρικού χαμηλού των βαρομετρικών χαμηλών
    αιτιατική το βαρομετρικό χαμηλό τα βαρομετρικά χαμηλά
     κλητική βαρομετρικό χαμηλό βαρομετρικά χαμηλά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρομετρικό χαμηλό < → δείτε τις λέξεις βαρομετρικό και χαμηλό

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.ɾɔ.mɛ.tɾiˈkɔ xa.miˈlɔ/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

βαρομετρικό χαμηλό ουδέτερο

  1. (μετεωρολογία) περιοχή στην οποία παρατηρείται χαμηλή ατμοσφαιρική πίεση, κάτι που συνοδεύεται από κακοκαιρία[1]
    ※ Ένα πολύ βαθύ βαρομετρικό χαμηλό και αρκετά σπάνιο δημιουργήθηκε στα ανατολικά τμήματα της Γροιλανδίας με κέντρο 930 hPa το βράδυ της Παρασκευής. (Θοδωρής Κολυδάς, Σπάνιο πολύ βαθύ βαρομετρικό χαμηλό στη Γροιλανδία, news247.gr, 8 Φεβρουαρίου 2020)
  2. (μεταφορικά) ψυχρότητα ή προβληματισμός
    ※ Οι σχέσεις Παρισιού και Άγκυρας πλήττονται εσχάτως από «βαρομετρικό χαμηλό», κυρίως λόγω των εξελίξεων στη Λιβύη (Άγγελος Αθανασόπουλος, Πώς φθάσαμε στην επικοινωνία Μητσοτάκη – Ερντογάν, εφημερίδα Το Βήμα, 29 Ιουνίου 2020

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Βαρομετρικό χαμηλό, στον Θησαυρό Μετεωρολογικών Όρων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών