Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάσανον βασάνω βάσανα
Γενική βασάνου βασάνοιν βασάνων
Δοτική βασάν βασάνοιν βασάνοις
Αιτιατική βάσανον βασάνω βάσανα
Κλητική βάσανον βασάνω βάσανα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βάσανον < μεσαιωνική ελληνική βάσανον < αρχαία ελληνική βάσανος < αρχαία αιγυπτιακά baḫan (είδος πετρώματος που χρησιμοποιόταν ως λυδία λίθος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βάσανον ουδέτερο