Δείτε επίσης: αιμόσταση

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἱμόστασῐς αἱ αἱμοστάσεις
      γενική τῆς αἱμοστάσεως τῶν αἱμοστάσεων
      δοτική τῇ αἱμοστάσει ταῖς αἱμοστάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν αἱμόστασῐν τὰς αἱμοστάσεις
     κλητική ! αἱμόστασῐ αἱμοστάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἱμοστάσει
γεν-δοτ τοῖν  αἱμοστασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἱμόστασις (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική (αἷμα) αἱμό- + στάσις (ἵστημι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἱμόστασις θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία