↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτόμοιος η αυτόμοια το αυτόμοιο
      γενική του αυτόμοιου της αυτόμοιας του αυτόμοιου
    αιτιατική τον αυτόμοιο την αυτόμοια το αυτόμοιο
     κλητική αυτόμοιε αυτόμοια αυτόμοιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτόμοιοι οι αυτόμοιες τα αυτόμοια
      γενική των αυτόμοιων των αυτόμοιων των αυτόμοιων
    αιτιατική τους αυτόμοιους τις αυτόμοιες τα αυτόμοια
     κλητική αυτόμοιοι αυτόμοιες αυτόμοια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αυτόμοιος < αυτός + όμοιος

  Επίθετο

επεξεργασία

αυτόμοιος (el), , -ο

  • όμοιος με τον εαυτό του
    (μόνη αναφορά) ※  Ουκ άρα ετεροπροσκύνητος η εικών του Χριστού προς αυτόν αλλ' ομοπροσκύνητος, ώς εμφερής τε και αυτόμοιος. (Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, Αντιρρητικός Γ΄ [1])