Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασύστατος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασύστατος

  1. αστήρικτος, αβάσιμος

οι κατηγορίες σου εναντίον μου είναι τελείως ασύστατες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία