Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασπράδι τα ασπράδια
      γενική του ασπραδιού των ασπραδιών
    αιτιατική το ασπράδι τα ασπράδια
     κλητική ασπράδι ασπράδια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπράδι < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασπράδι ουδέτερο

  1. το άσπρο μέρος του αυγού
  2. το άσπρο μέρος του ματιού
  3. το άσπρο στίγμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία