Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρύταινα < αρχαία ελληνική ἀρύταινα, θηλυκό του ἀρυτήρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρύταινα θηλυκό

  1. (αρχαιολογία) κουτάλα
  2. (αρχαιολογία) αγγείο για την άντληση υγρού (π.χ. κρασιού) από μεγάλο αποθηκευτικό αγγείο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία