Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχιδικαστής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρχιδικαστής αρσενικό

  1. ο πρώτος δικαστής
  2. δικαστικός τίτλος στην Αγγλία και τις ΗΠΑ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία