Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αρβανιτοχώρι τα αρβανιτοχώρια
      γενική του αρβανιτοχωριού των αρβανιτοχωριών
    αιτιατική το αρβανιτοχώρι τα αρβανιτοχώρια
     κλητική αρβανιτοχώρι αρβανιτοχώρια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρβανιτοχώρι < αρβανίτης + χωριό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρβανιτοχώρι ουδέτερο

  1. το χωριό που κατοικείται από Αρβανίτες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία