Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανισοτέλεια οι ανισοτέλειες
      γενική της ανισοτέλειας των ανισοτελειών
    αιτιατική την ανισοτέλεια τις ανισοτέλειες
     κλητική ανισοτέλεια ανισοτέλειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανισοτέλεια < αν- (στερητικό α-) + ισοτέλεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανισοτέλεια[1] θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. , λήμμα: ισοτέλεια