Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανθοδοχείο τα ανθοδοχεία
      γενική του ανθοδοχείου των ανθοδοχείων
    αιτιατική το ανθοδοχείο τα ανθοδοχεία
     κλητική ανθοδοχείο ανθοδοχεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανθοδοχείο < άνθος+δοχείο. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vase à fleurs

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανθοδοχείο ουδέτερο

  1. δοχείο, συνήθως διακοσμητικό, στο οποίο τοποθετούνται άνθη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία