Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανακεράμωση οι ανακεραμώσεις
      γενική της ανακεράμωσης
ανακεραμώσεως*
των ανακεραμώσεων
    αιτιατική την ανακεράμωση τις ανακεραμώσεις
     κλητική ανακεράμωση ανακεραμώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακεράμωση < ελληνιστική κοινή ἀνακεραμόω / ἀνακεραμῶ + -ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανακεράμωση θηλυκό

  • (λόγιο) (αρχιτεκτονική) η αντικατάσταση των κεραμιδιών μιας στέγης
    Συνοπτικά πρόκειται να πραγματοποιηθούν οι ακόλουθες εργασίες : Αφαίρεση των επιχώσεων στον περιβάλλοντα χώρο του ναού, εξομάλυνση και διαμόρφωσή του, καθώς και κατασκευή αναλημματικού τοίχου στα ανατολικά πρανή. Εξυγίανση & υγρομόνωση των θεμελίων του ναού. Αντικατάσταση των τσιμεντένιων αρμολογημάτων με νέα πατητά στις εξωτερικές επιφάνειες. Αποκατάσταση των εξωτερικών περιμετρικών γείσων. Ανακεράμωση. Αντικατάσταση του εσωτερικού τσιμεντένιου δαπέδου από νέο με ορθογωνικές πλάκες πωρολίθου. Αντικατάσταση των κουφωμάτων με νέα ξύλινα παραδοσιακού τύπου… (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία