Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλουμινάς < αλουμίνιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλουμινάς αρσενικό

  1. (επάγγελμα) ο έμπορος ή κατασκευαστής ειδών από αλουμίνιο
  2. (ειδικότερα) τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή και τοποθέτηση κουφωμάτων από αλουμίνιο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία