Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλητάκι < αλήτης + -άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλητάκι ουδέτερο

  1. παιδί που αλητεύει

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία