Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακρολαΐνη < λατινική acre oleum (δριμύ λάδι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακρολαΐνη θηλυκό