Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακουόμετρο τα ακουόμετρα
      γενική του ακουόμετρου
ακουομέτρου
των ακουόμετρων
ακουομέτρων
    αιτιατική το ακουόμετρο τα ακουόμετρα
     κλητική ακουόμετρο ακουόμετρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακουόμετρο < ακούω εσφαλμένα, αντί του σωστού ακο(ή) + -ό- + -μετρο: ακοόμετρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακουόμετρο ουδέτερο