Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ακαδημαϊσμός οι ακαδημαϊσμοί
      γενική του ακαδημαϊσμού των ακαδημαϊσμών
    αιτιατική τον ακαδημαϊσμό τους ακαδημαϊσμούς
     κλητική ακαδημαϊσμέ ακαδημαϊσμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακαδημαϊσμός < ακαδημία + -ισμός < αντιδάνειο του γαλλικού académisme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακαδημαϊσμός αρσενικό

  1. (αρχικά τεχνοκριτικός όρος) η προσήλωση σε πρότυπα στην τέχνη (όπως ζωγραφική και γλυπτική), σύμφωνα με όσα διδάσκονταν στις (Ευρωπαϊκές) Ακαδημίες Τέχνης
  2. (αρνητικός όρος) προσήλωση σε κάποιες αρχές με αποτέλεσμα την έλλειψη πρωτοτυπίας, σχολαστικισμός, συντηρητισμός, εχθρότητα στον νεωτερισμό και ριζοσπαστισμό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία