Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αισθησιασμός οι αισθησιασμοί
      γενική του αισθησιασμού των αισθησιασμών
    αιτιατική τον αισθησιασμό τους αισθησιασμούς
     κλητική αισθησιασμέ αισθησιασμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισθησιασμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αισθησιασμός αρσενικό

  • η ικανότητα ενός προσώπου, έργου τέχνης ή κατάστασης να διεγείρει τις αισθήσεις και την ερωτική διάθεση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία