Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμάτωμα αιματώματα
γενική αιματώματος αιματωμάτων
αιτιατική αιμάτωμα αιματώματα
κλητική αιμάτωμα αιματώματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμάτωμα < αρχαία ελληνική αἱμάτωμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ˈma.tɔ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιμάτωμα ουδέτερο

  1. συλλογή αίματος που προέρχεται από εσωτερική αιμορραγία και είναι πολλές φορές ορατό σαν σημάδι κάτω από το δέρμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία