Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγκίστρωμα τα αγκιστρώματα
      γενική του αγκιστρώματος των αγκιστρωμάτων
    αιτιατική το αγκίστρωμα τα αγκιστρώματα
     κλητική αγκίστρωμα αγκιστρώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκίστρωμα < αγγιστρώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγκίστρωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του αγκιστρώνω, η ενέργεια, η πράξη του αγκιστρώνω
    καταπολεμούν το αγκίστρωμα των βακτηριδίων
    Το αγκίστρωμα με δυσκολεύει

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία