Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβγοτέμπερα αβγοτέμπερες
γενική αβγοτέμπερας
αιτιατική αβγοτέμπερα αβγοτέμπερες
κλητική αβγοτέμπερα αβγοτέμπερες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβγοτέμπερα < αβγό + -ο- + τέμπερα < ιταλική tempera < temperare < λατινική temperare, απαρέμφατο ενστώτα του ρήματος tempo < tempus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tempos < *temp- (τέντωμα, χορδή) ή ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *temh₂- (κόβω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.vɣɔ.ˈtεm.pε.ɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβγοτέμπερα θηλυκό

  1. (ζωγραφική) χρώμα για τη ζωγραφική (τέμπερα) που έχει ως βασικό συστατικό μαζί με το νερό και το αβγό
  2. (ζωγραφική) η τεχνική ζωγραφικής με χρήση των παραπάνω χρωμάτων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία