Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβγοθήκη αβγοθήκες
γενική αβγοθήκης αβγοθηκών
αιτιατική αβγοθήκη αβγοθήκες
κλητική αβγοθήκη αβγοθήκες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβγοθήκη < αβγό + θήκη
 
αβγά σε αβγοθήκη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /avɣɔ.ˈθi.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβγοθήκη θηλυκό

  1. σκεύος ή συσκευασία ειδικά διαμορφωμένη για την τοποθέτηση αβγών, η αβγουλιέρα
    κάναμε απλοϊκή ηχομόνωση ντύνοντας τους τοίχους και τα ταβάνια με αβγοθήκες
    τα περισσότερα ψυγεία έχουν αβγοθήκη στην πόρτα
  2. το μέρος ενός κοτετσιού όπου γεννούν οι κότες (Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, 1, 65)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία