Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αβγάτισμα τα αβγατίσματα
      γενική του αβγατίσματος των αβγατισμάτων
    αιτιατική το αβγάτισμα τα αβγατίσματα
     κλητική αβγάτισμα αβγατίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβγάτισμα < αβγατίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈvɣa.ti.zma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβγάτισμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία