Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έρεισμα τα ερείσματα
      γενική του ερείσματος των ερεισμάτων
    αιτιατική το έρεισμα τα ερείσματα
     κλητική έρεισμα ερείσματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έρεισμα < αρχαία ελληνική ἔρεισμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έρεισμα ουδέτερο

  1. το στήριγμα
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε χρησιμεύει ως βάση, αφετηρία και θεμέλιο μιας ενέργειας, σκέψης ή κατάστασης
    • αυτός ή αυτοί που προσφέρουν ηθική ή πολιτική υποστήριξη
    • η λογική βάση ενός συλλογισμού
    • η ηθική βάση μιας ενέργειας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία