Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκδοχο έκδοχα
γενική εκδόχου εκδόχων
αιτιατική έκδοχο έκδοχα
κλητική έκδοχο έκδοχα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκδοχο < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική excipient < ἐκδέχομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έκδοχο ουδέτερο

  1. (φαρμακευτική) συνδετική ουδέτερη (μη ενεργή) ουσία που προστίθεται στην παρασκευή ενός φαρμάκου

ένα έκδοχο δύναται να βοηθήσει στην απορρόφηση ή στην ρύθμιση του τρόπου διασποράς του φαρμάκου

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • πρόκειται για διάφορες ουσίες όπως ζελατίνη, ταλκ κ.ά. που μορφοποιούν το φάρμακο (π.χ. σε δισκίο, κάψουλα κ.λπ.) ώστε η δοσολογική λήψη του να είναι ευκολότερη, η δε δραστική ουσία του να διασπαστεί και να απορροφηθεί από τον οργανισμό σταδιακά.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία