Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άσπρισμα τα ασπρίσματα
      γενική του ασπρίσματος των ασπρισμάτων
    αιτιατική το άσπρισμα τα ασπρίσματα
     κλητική άσπρισμα ασπρίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άσπρισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άσπρισμα ουδέτερο

  1. το να κάνω κάτι άσπρο ή το να γίνω άσπρος, η λεύκανση
  2. το ασβέστωμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία