Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπρίζω < άσπρος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ασπρίζω

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό
  2. (αμετάβατο) αποκτώ άσπρο χρώμα
  3. (αμετάβατο) τα μαλλιά μου γίνονται άσπρα
  4. (μεταβατικό) ασβεστώνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία