Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική Περσείδης τώ Περσείδα οἱ Περσεῖδαι
Γενική τοῦ Περσείδου τοῖν Περσείδαιν τῶν Περσειδῶν
Δοτική τῷ Περσείδ τοῖν Περσείδαιν τοῖς Περσείδαις
Αιτιατική τόν Περσείδην τώ Περσείδα τούς Περσείδας
Κλητική (ὦ) Περσείδη (ὦ) Περσείδα (ὦ) Περσεῖδαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Περσείδης < Περσεύς + -ίδης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Περσείδης αρσενικό

  1. γιος του Περσέα
  2. απόγονος του Περσέα