Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παιανιώτης < Παιανία + -ιώτης αρχαία ελληνική Παιανεύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Παιανιώτης Παιανιώτες
γενική Παιανιώτη Παιανιωτών
αιτιατική Παιανιώτη Παιανιώτες
κλητική Παιανιώτη Παιανιώτες

Παιανιώτης αρσενικό, θηλυκό Παιανιώτισσα

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από την Παιανία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία