Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ουκρανός αρσενικό

  1. αυτός που κατάγεται από την Ουκρανία
  2. αυτός που έχει ουκρανική ιθαγένεια ή υπηκοότητα


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία