Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Λυκόβρυση οι Λυκόβρυσες
      γενική της Λυκόβρυσης των (Λυκοβρυσών)
    αιτιατική τη Λυκόβρυση τις Λυκόβρυσες
     κλητική Λυκόβρυση Λυκόβρυσες
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Λυκόβρυση < λύκ(ος) + -ό- + βρύση, ή από παραφθορά της λέξης Γλυκόβρυση[1][2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /liˈko.vɾi.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Λυ‐κό‐βρυ‐ση

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

 
Η θέση της Λυκόβρυσης στην Αττική

Λυκόβρυση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Κώστας Η. Μπίρης, Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών (Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού-Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, 32006, ISBN 960-214445-9)
  2. Βύρων Πολύδωρας, Η μείζον Αθήνα (Αθήνα, Καστανιώτης, 2002), σελ. 431