Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Απρίλης οι Απρίληδες
      γενική του Απρίλη των Απρίληδων
    αιτιατική τον Απρίλη τους Απρίληδες
     κλητική Απρίλη Απρίληδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Απρίλης < Απρίλιος < λατινική aprilis < ετρουσκικά Apru < αρχαία ελληνικά Ἀφρώ < Ἀφροδίτη (αντιδάνειο)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Απρίλης αρσενικό

  1. (λαϊκό ή λογοτεχνικό) ο μήνες Απρίλιος
    Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε. (Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β', απόσπασμα 2)
  2. (στον πληθυντικό) για να δηλωθεί η νεαρή ηλικία
    23 Απρίληδες τη νιότη σου βαραίνουν (τραγούδι της Μαρινέλλας σε στίχους Τηλιακού Σέβη)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία