Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

whine < αγγλοσαξονικά hwinan

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /waɪn/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

whine (en)

  1. οξεία και μακρόσυρτη παραπονιάρικη κραυγή ή ήχος, κλαψούρισμα

  ΡήμαΕπεξεργασία

whine (en)

  1. βγάζω ένα οξύ και μακρόσυρτο ήχο
    The jet engines whined at take off.
  2. κλαψουρίζω, παραπονιέμαι με παιδιάστικο τρόπο για ασήμαντα πράγματα
    The Red Soxs fans were whining after they lost to the Yankees again.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία