Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sweat (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

sweat (en)

  1. ιδρώνω {αποβάλλω ιδρώτα)
  2. ιδρώνω (κουράζομαι πολύ)