Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sight (en)

  1. η όραση, η ικανότητα να βλέπεις
    he lost his sight after this terrible accident
  2. αυτό που βλέπει κανείς, η θέα, το θέαμα
  3. αυτό που αξίζει να το δεις· (στον πληθυντικό) τα αξιοθέατα
    we're going to see the sights of the area tomorrow
  4. η ματιά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία