Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

πρώιμος 16ος αιώνας: posterior (στον πληθυντικό σημαίνει απόγονοι-επίγονοι) < λατινικά, συγκριτικό του posterus ‘έπεται-ακολουθεί’ < post ‘μετά’

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/pɒˈstɪərɪə/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

posterior

  1. οπίσθιος, που βρίσκεται πίσω, πισινός, ο από πίσω
  2. κατοπινός-ύστερος χρονικά ή τοπολογικά, ο επόμενος προς τα πίσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

posterior