Ίντο (io) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

mea (io)

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

mea (io)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος αντωνυμίαςΕπεξεργασία

mea

ΚλίσηΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική meus mea meum meī meae mea
γενική meī meae meī meōrum meārum meōrum
δοτική meō meae meō meīs meīs meīs
αιτιατική meum meam meum meōs meās mea
κλητική - - - - - -
αφαιρετική meō meā meō meīs meīs meīs
Η κλητική του αρσενικού είναι mi ή meus, ενώ του θηλυκού mea
(Επίθετα) (Μετοχές) (Αντωνυμίες) (Γερουνδιακά)



Παπιαμέντο (pap) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mea

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Χαβανέζικα (haw)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mea

  1. πράγμα, άτομο (άνθρωπος)
  2. (χρώμα) κόκκινο με απόχρωση καφέ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία