Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔɹməl/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

formal (en)

  1. επίσημος
  2. τυπικός
  3. μορφολογικός (βλέπε A Very Short Introductions: Cosmology)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • formal στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια  

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

formal (de)