Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Schwein < από ιαπετική ρίζα, συγγενές με την αρχαία ελληνική συς, τη λατινική sus και την αγγλική swine

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Schwein 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Schwein Schweine
γενική Schwein(e)s Schweine
δοτική Schwein(e) Schweinen
αιτιατική Schwein Schweine

Schwein (de) (πληθυντικός Schweine) ουδέτερο

  1. (ζωολογία) γουρούνι, χοίρος
  2. χοιρινό κρέας
     συνώνυμα: Schweinefleisch
  3. απαξιωτικός χαρακτηρισμός για βρώμικους ή ανήθικους ανθρώπους, βρισιά
    Du Schwein!

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία