Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Wildschwein < wild + Schwein
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Wildschwein Wildschweine
γενική Wildschwein(e)s Wildschweine
δοτική Wildschwein(e) Wildschweinen
αιτιατική Wildschwein Wildschweine


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Wildschwein 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Wildschwein (de) ουδέτερο