Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Schuld die Schulden
γενική der Schuld der Schulden
δοτική der Schuld den Schulden
αιτιατική die Schuld die Schulden

Schuld (de) θηλυκό

  1. (μόνο στον ενικό) το λάθος, το φταίξιμο
    Gib nicht mir die Schuld! - Μην ρίχνεις το φταίξιμο σε μένα!
  2. (μόνο στον ενικό) η ενοχή, η υπαιτιότητα (νομική)
    Der Staatsanwalt muss bei Gericht die Schuld des Angeklagten beweisen - Ο εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου.
  3. (συχνά στον πληθυντικό) το χρέος, τα χρέη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία