Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Ochse die Ochsen
γενική des Ochsen der Ochsen
δοτική dem Ochsen den Ochsen
αιτιατική den Ochsen die Ochsen


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ochse 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ochse (de)

  1. (ζωολογία) βόδι
  2. (υβριστικός χαρακτηρισμός) χαζός, ηλίθιος
    Du Ochse!

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία