Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Nagel 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Nagel die Nägel
γενική des Nagels der Nägel
δοτική dem Nagel den Nägel
αιτιατική den Nagel die Nägel

Nagel (de) αρσενικό

  1. καρφί
  2. νύχι
     συνώνυμα: Fingernagel