Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Fingernagel < Finger + Nagel

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Fingernagel (de) αρσενικό

  1. νύχι ενός δαχτύλου