Arrows blue.png Δείτε επίσης: María, Μαρία

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Maria (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Maria < αρχαία ελληνική Μαρία / Μαριάμ < αραμαϊκή מרים (maryām), συγγενική με την εβραϊκή מרים (miryám)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Maria θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα, Μαρία
  2. (τοπωνύμιο) όνομα χωριού των Πάρθων
    citra deserta ab occasu urbes eorum quas diximus, Issatis et Calliope, ab oriente aestivo Pyropum, ab hiberno Maria, in medio Hecatompylos, Arsace, regio Nisiaea Parthyenes nobilis, ubi Alexandropolis a conditore.
    λείπει η μετάφραση
    (Gaius Plinius Secundus, Naturalis Historia, VI 113)
  3. (λέξη της εκκλησιαστικής λατινικής) Παναγία

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική Maria
-
γενική Mariae
-
δοτική Mariae
-
αιτιατική Mariam
-
κλητική Maria
-
αφαιρετική Mariā
-
(α' κλίση)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmarʲja/
Maria 

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Maria (pl) θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Maria (pt) θηλυκό