Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Bahn die Bahnen
γενική der Bahn der Bahnen
δοτική der Bahn den Bahnen
αιτιατική die Bahn die Bahnen


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Bahn 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Bahn (de) θηλυκό

  1. η οδός
  2. το τρένο
  3. τροχιά
    Erdbahn - τροχιά της γης

  ΣύνθεταΕπεξεργασία