Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ῥῖψις ῥίψει ῥίψεις
Γενική ῥίψεως ῥιψέοιν ῥίψεων
Δοτική ῥίψει ῥιψέοιν ῥίψεσι(ν)
Αιτιατική ῥῖψιν ῥίψει ῥίψεις
Κλητική ῥῖψι ῥίψει ῥίψεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ῥῖψις < ῥίπτω + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ῥῖψις θηλυκό

  1. ρίψη, ρίξιμο, βολή
  2. εκτόξευση, εκσφενδόνιση
  3. εξακόντιση

  ΠηγέςΕπεξεργασία