Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ς ε ες - ὗς
Γενική ός οῖν ῶν
Δοτική ΐ οῖν σί(ν)
Αιτιατική ν ε ας - ὗς
Κλητική ε ες - ὗς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὗς < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *sū- (“γουρούνι”)· συγγενές με το (λατινικά) sus και τα (αγγλικά) swine, sow

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὗς αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) αγριογούρουνο
  2. (ζωολογία) γουρούνι, χοίρος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία